Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Αειφόρος - οικολογική - δόμηση: Το πλαίσιο αναφοράς



Η αειφόρος δόμηση είναι μια διαδικασία κατά την οποία όλοι οι εμπλεκόμενοι παράγοντες (ιδιοκτήτης οικοπέδου, χρηματοδότης, μηχανικός, αρχιτέκτονας, κατασκευαστής, προμηθευτής υλικών, αρμόδια για την έκδοση αδειών αρχή) πρέπει να συνδυάζουν τις λειτουργικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές και ποιοτικές παραμέτρους για την ανέγερση και την ανακαίνιση κτιρίων και δομημένου περιβάλλοντος τα οποία να είναι ελκυστικά, ανθεκτικά, λειτουργικά, προσιτά και να προσφέρουν άνετες και υγιεινές συνθήκες διαβίωσης και χρήσης, προάγοντας την ευημερία όλων όσοι κατοικούν σ' αυτά.

Τα κτίρια του αύριο πρέπει να είναι αποδοτικά ως προς τους πόρους, ειδικότερα την ενέργεια, τα υλικά και το νερό, διευκολύνοντας τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και απαιτώντας ελάχιστη εξωτερική ενέργεια για να λειτουργήσουν.
Πρέπει να αξιοποιούν κατάλληλα τα όμβρια και τα υπόγεια ύδατα, να αντιμετωπίζουν σωστά τα υγρά απόβλητα και να χρησιμοποιούνται οικοδομικά υλικά, φιλικά στο περιβάλλον, που ανακυκλώνονται εύκολα ή επαναχρησιμοποιηούνται, που δεν περιέχουν επικίνδυνες ουσίες και επιδέχονται ακίνδυνη τελική διάθεση. Τα κτίρια του αύριο πρέπει να προσαρμόζονται στο τοπικό κλίμα και στον περιβάλλοντα χώρο, να σέβονται την τοπική πολιτιστική κληρονομιά και να διατίθενται σε ανταγωνιστικές τιμές, ιδίως εάν ληφθούν υπόψη πιο μακροπρόθεσμες παράμετροι, όπως οι δαπάνες συντήρησης, η ανθεκτικότητα και οι τιμές μεταπώλησης.

Είναι γεγονός ότι στον τομέα των κτιρίων υπάρχει, σε αρκετά κράτη μέλη – μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα – σημαντική υστέρηση ως προς το βαθμό επίτευξης ενεργειακής απόδοσης, παρά το γεγονός ότι υπάρχει τεχνογνωσία δόμησης σύμφωνα με τις αρχές της αειφορίας και του οικολογικού σχεδιασμού.

Ωστόσο, ακόμη και εάν συνέβαινε αυτό, ο ρυθμός αντικατάστασης των υπαρχόντων κτιρίων (0,5 έως 2% ετησίως) είναι τόσο αργός, ώστε να χρειάζεται πολύς χρόνος για να γίνει πραγματικά αισθητός ο αντίκτυπος των νέων κτιρίων.

Έτσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ενισχύσει τις θεσμικές ρυθμίσεις με δέσμη κοινοτικών Οδηγιών, που αφορούν κυρίως στα κτίρια διαμορφώνοντας νέα δεδομένα στον τρόπο μελέτης, κατασκευής, ανακαίνισης και κατεδάφισής τους που θα επιφέρουν σημαντικές βελτιώσεις στις περιβαλλοντικές και οικονομικές επιδόσεις των πόλεων και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων τους.

Τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν ωστόσο υιοθετήσει ικανά προγράμματα αειφόρου δόμησης, σε συνδυασμό με σχετικά προγράμματα δράσης και ενσωμάτωσαν στους εθνικούς Γ.Ο.Κ. νέα πρότυπα και κανονισμούς, ακολουθώντας μια προσέγγιση που βασίζεται στην απόδοση παρά στην περιγραφή συγκεκριμένων προς εφαρμογή τεχνικών ή λύσεων, ενώ έχουν θέσει τις δικές τους απαιτήσεις στην αγορά και τη χρήση των κονδυλίων του δημοσίου για την κατασκευή κατοικιών ή άλλων δημοσίων έργων.

Αποδίδεται ιδιαίτερη έμφαση στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των υπαρχόντων κτιρίων δεδομένου ότι μόνο με τη θερμομόνωση των παλαιότερων κτιρίων στην Ευρώπη μπορεί να μειωθούν οι εκπομπές CO2 και το αντίστοιχο ενεργειακό κόστος κατά 42%.

Βεβαίως η ανακαίνιση, όπου εστιάζονται όλες οι προσπάθειες, είναι πιο σύνθετη διαδικασία, η οποία όμως παρουσιάζει αρκετά περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα διότι διατηρούνται η ενέργεια και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν και αποδεδειγμένα θα επιφέρει σημαντική βελτίωση στις περιβαλλοντικές επιδόσεις των πόλεων και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων έως τα μέσα της τρέχουσας εκατονταετίας.

Είναι απολύτως αναγκαία η καθοδήγηση των μελετητών, των κατασκευαστών και των πελατών τους και η καλύτερη και συστηματικότερη ενημέρωσή τους σχετικά με τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των υλικών κατασκευής.

Όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ και οι τοπικές αρχές οφείλουν να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν ένα εθνικό πρόγραμμα αειφόρου δόμησης και να θέσουν υψηλές απαιτήσεις απόδοσης με βάση ευρωπαϊκά εναρμονισμένα πρότυπα, ενώ παράλληλα, οι τοπικές αρχές και το δημόσιο ενθαρρύνονται να εισαγάγουν και να εφαρμόσουν απαιτήσεις σε ό,τι αφορά την αειφορία στις διαδικασίες προκήρυξης διαγωνισμών για κτίρια και άλλα κατασκευαστικά έργα και στη χρήση των δημοσίων κονδυλίων σε κτίρια και τέτοια έργα. Ενθαρρύνονται επίσης να δημιουργήσουν φορολογικά κίνητρα για κτίρια περισσότερο σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας.
ΣΗΜΕΡΑ
Σήμερα, στα συσσωρευμένα προβλήματα η λύση μπορεί να βρεθεί μόνο μέσα από σοβαρές περιβαλλοντικές, βιοκλιματικές μελέτες και παρεμβάσεις σε τρία διακριτά επίπεδα που έχουν σχέση με τον πολεοδομικό σχεδιασμό, την αναβάθμιση των ελεύθερων χώρων, καθώς βέβαια και την ενεργειακή αποκατάσταση των υφιστάμενων ενεργοβόρων κτιρίων με στόχο να μειωθούν οι εκπομπές από τον κτιριακό τομέα ο οποίος και ευθύνεται για το 50% των ρύπων.
Πολεοδομικός σχεδιασμός
Ο κάθε μελετητής, πολεοδόμος συνήθως, οφείλει πλέον να πάρει υπόψη του εκτός των άλλων παραμέτρων της ειδικότητάς του και μία ολόκληρη σειρά βιοκλιματικών στοιχείων, ώστε να δημιουργηθεί ένα σύνολο λειτουργικά άρτιο και περιβαλλοντικά βιώσιμο.

Σε πρώτο επίπεδο πρέπει να μελετηθεί η τοπογραφία ή η μορφολογία του εδάφους, καθώς παίζουν καθοριστικό ρόλο, τόσο στη ροή του ανέμου πάνω, γύρω, ή διαμέσου των κτιρίων και των ελεύθερων χώρων, όπως επίσης και στη σκίαση ή τον ηλιασμό των επιφανειών.

Η χωροθέτηση της βιομηχανικής ζώνης στον αστικό ιστό σε σχέση με την κύρια διεύθυνση του ανέμου είναι βασικής σημασίας. Από την πλευρά των επικρατούντων ανέμων πρέπει να προηγείται η περιοχή κατοικίας και λοιπές δραστηριότητες του τριτογενή τομέα και μετά οι βιομηχανικές ζώνες με χωροθέτηση δικτύου ελεύθερων χώρων (πάρκα, πλατείες, ζώνες πρασίνου) ενδιάμεσα, έτσι ώστε οι ρύποι από τη την ζώνη αυτή να μην επηρεάζουν τον αστικό ιστό.

Η χάραξη των οδικών αξόνων πρέπει να προβλέπεται κατά τη διεύθυνση των επικρατούντων ανέμων, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η άμεση απαγωγή των ρύπων από τα κανάλια των δρόμων και η διοχέτευσή τους σε απομακρυσμένες μη κατοικημένες περιοχές, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν εμπόδια στο πέρασμα, τέτοια που να εκτρέπουν, να διαιρούν, να μειώνουν και να εμποδίζουν τελικά την κυκλοφορία του αέρα. Η ικανοποίηση της απαίτησης για νότια χωροθέτηση των παρόδιων κτιρίων επιτυγχάνεται με κατάλληλη στροφή τους, σε επίπεδο οικοδομικών τετραγώνων κύρια σε νέους οικισμούς και πόλεις όπου λαμβάνονται υπόψη όλες οι βιοκλιματικές παράμετροι.

Ο ρόλος των ελεύθερων ανοικτών χώρων στη διαμόρφωση άριστων περιβαλλοντικών συνθηκών είναι σημαντικός και σύνθετος, δεδομένου ότι αυτοί παρέχουν στους πολίτες των πόλεων τη δυνατότητα αναψυχής και διαφυγής τους. Προς τούτο οι χώροι αυτοί πρέπει να μελετώνται έτσι, ώστε να διασφαλίζουν σωστές μικροκλιματικές συνθήκες χειμώνα – καλοκαίρι και συνεπώς να λειτουργούν ανακουφιστικά, τόσο για την ευρύτερη περιοχή την οποία επηρεάζουν, όσο και για τις παρόδιες εγκαταστάσεις και κτίρια.
Ο βιοκλιματικός σχεδιασμός των ανοικτών – ελεύθερων – χώρων μπορεί να εξασφαλίσει κατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες, ώστε ο κάθε πολίτης να αισθάνεται άνετα και ευχάριστα όλο το χρόνο και να μπορεί να παρατείνει την διαμονή του σε αυτούς.
Απαιτούνται λεπτομερείς μελέτες και παρεμβάσεις που αποσκοπούν στον αποτελεσματικό επιλεκτικό σκιασμό-ηλιασμό τους ανάλογα με την εποχή, στην προστασία τους από τους ψυχρούς χειμερινούς ανέμους, ή την έκθεσή τους στους θερινούς επικρατούντες ανέμους, στην προστασία τους από την οπτική θάμβωση που προκαλούν τα διάφορα υλικά επιστρώσεων, στην προστασία τους από τον αστικό θόρυβο, ή στην πρόβλεψη ενδεδειγμένων διατάξεων για την ενίσχυση του εξατμιστικού δροσισμού.

Κατάλληλα διαμορφωμένοι ελεύθεροι χώροι δημιουργούν κατάλληλες μικροκλιματικές συνθήκες στην ευρύτερη περιοχή και για το λόγο αυτό βασικός στόχος θα πρέπει πλέον να αποτελεί η αναμόρφωση των χώρων αυτών στη βάση βιοκλιματικών κριτηρίων και η ανάδειξη αυτών ως πόλους έλξης των κατοίκων και ως φυσικούς πνεύμονες των πόλεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου